Μετάφραση του "fason" σε Ελληνικά

Οι μόδα, διαμορφώνω, στυλ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fason" σε Ελληνικά.

fason Noun noun masculine γραμματική

kraw. kształt obuwia lub ubioru [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μόδα

    noun feminine

    To najnowsze europejskie fasony.

    Είναι η τελευταία ευρωπαϊκή μόδα.

  • διαμορφώνω

    Verb verb
  • στυλ

    noun

    Jestem niemal pewna, jaki fason pasowałby mi najbardziej.

    Έχω αποφασίσει ποιο στυλ θα μου ταιριάξει.

  • ύφος

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fason " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fason" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη