Μετάφραση του "faul" σε Ελληνικά

Οι φάουλ, Φάουλ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "faul" σε Ελληνικά.

faul noun masculine γραμματική

sport. umyślne lub przypadkowe zagranie niezgodne z przepisami gry; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • φάουλ

    noun neuter

    sport. umyślne lub przypadkowe zagranie niezgodne z przepisami gry, [..]

    Gra będzie się toczyć bez odgwizdywania fauli i bez kar.

    Στον αγώνα δε θα επιβληθεί κανένα φάουλ και καμία ποινή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " faul " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Faul
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Φάουλ

    όρος του ποδοσφαίρου

    Faul, za zeżarcie wszystkiego w zasięgu wzroku.

    Φάουλ σ'αυτόν εδώ επειδή τρώει ό, τι βρει μπροστά του.

Εικόνες με "faul"

Φράσεις παρόμοιες με "faul" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "faul" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη