Μετάφραση του "filantrop" σε Ελληνικά
Οι φιλάνθρωπος, αλτρουιστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "filantrop" σε Ελληνικά.
filantrop
Noun
noun
masculine
γραμματική
człowiek zajmujący się działalnością dobroczynną, wspomagający biednych i potrzebujących
-
φιλάνθρωπος
noun masculineJest nie tylko wpływowym biznesmenem, ale jednym z największych filantropów tego miasta.
Δεν είναι μόνο ένας μεγάλος επιχειρηματίας, αλλά και βασικός φιλάνθρωπος της πόλης.
-
αλτρουιστής
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " filantrop " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη