Μετάφραση του "filia" σε Ελληνικά

Οι υποκατάστημα, κλαδί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "filia" σε Ελληνικά.

filia Noun noun feminine γραμματική

zarz. oddział przedsiębiorstwa, uczelni lub urzędu znajdujący się w innym miejscu niż centralny [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • υποκατάστημα

    neuter

    Pracuje w filii w Ontario. Zajmuje się płatnościami.

    Εργάζεται στο υποκατάστημα του Οντάριο, στους πληρωτέους λογαριασμούς.

  • κλαδί

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " filia " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "filia" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη