Μετάφραση του "filozof" σε Ελληνικά

Οι φιλόσοφος, μυαλό, Αριστοτέλης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "filozof" σε Ελληνικά.

filozof noun masculine γραμματική

eduk. filoz. specjalista w zakresie filozofii [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • φιλόσοφος

    noun masculine

    specjalista w zakresie filozofii

    To jest pewne, że starzy filozofowie często chodzili dookoła tego portu.

    Είναι σίγουρο ότι οι αρχαίοι φιλόσοφοι περπατούσαν συχνά στο λιμάνι.

  • μυαλό

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " filozof " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Filozof noun

filozof, jeden z trzech (obok Sokratesa i Platona) najsławniejszych filozofów starożytnej Grecji; nazywany Filozofem (w tekstach średniowiecznych i nowożytnych)

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αριστοτέλης

    noun masculine

Φράσεις παρόμοιες με "filozof" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "filozof" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη