Μετάφραση του "fokus" σε Ελληνικά

Οι εστία, εστίαση, σημείο εστίασης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fokus" σε Ελληνικά.

fokus noun masculine

szczegółowy wywiad na temat jakiegoś produktu [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • εστία

    noun
  • εστίαση

    noun

    Ciągle się robi auto-fokus.

    Κάνει αυτόματη εστίαση σαν τρελό.

  • σημείο εστίασης

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fokus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "fokus" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fokus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη