Μετάφραση του "fon" σε Ελληνικά
Το Φον είναι η μετάφραση του "fon" σε Ελληνικά.
fon
Noun
noun
masculine
γραμματική
fiz. jednostka poziomu głośności [..]
-
Φον
jednostka poziomu głośności dźwięku
Fon, musimy wyczyścić ranę spirytusem
Φον πρέπει να καθαρίσουμε τη πληγή με οινόπνευμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fon " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Φώνημα · φώνημα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη