Μετάφραση του "fotel" σε Ελληνικά

Οι πολυθρόνα, καρέκλα, κάθισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fotel" σε Ελληνικά.

fotel noun masculine γραμματική

rodzaj siedziska z oparciem na plecy i podłokietnikami; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πολυθρόνα

    noun feminine

    rodzaj siedziska z oparciem na plecy i podłokietnikami; [..]

    Wiem, że mówiłem to samo o fotelu masującym, Ale tym razem mówię serio.

    Είχα πει το ίδιο για την πολυθρόνα που κάνει μασάζ, αλλά τώρα το εννοώ.

  • καρέκλα

    noun feminine

    To czas kiedy wstanie z fotela dla dobra swojej rodziny.

    Αυτή τη φορά θα σηκωθεί από την καρέκλα του, για το καλό της οικογένειάς του.

  • κάθισμα

    noun neuter

    Eksploatacja statku powietrznego jest możliwa pod warunkiem, że niesprawne fotele nie będą zajmowane przez pasażerów.

    Η λειτουργία του αεροσκάφους επιτρέπεται υπό τον όρο ότι τα ελαττωματικά καθίσματα δεν είναι κατειλημμένα από επιβάτες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fotel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "fotel"

Φράσεις παρόμοιες με "fotel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fotel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη