Μετάφραση του "fresk" σε Ελληνικά

Οι νωπογραφία, φρέσκο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fresk" σε Ελληνικά.

fresk noun masculine γραμματική

szt. technika malarska nakładania farby na świeży tynk; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • νωπογραφία

    noun feminine

    szt. sztuka malowidło ścienne wykonane techniką [..]

    Uważny obserwator dostrzeże w jego wnętrzu fresk ozdobiony imieniem Bożym.

    Μέσα σε αυτό, ο προσεκτικός παρατηρητής θα βρει μια νωπογραφία διακοσμημένη με το θεϊκό όνομα.

  • φρέσκο

    noun

    Szaleje na punkcie fresków Boticellego.

    Τρελαίνεται για τα φρέσκο του Μποτιτσέλι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fresk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "fresk"

Φράσεις παρόμοιες με "fresk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fresk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη