Μετάφραση του "glan" σε Ελληνικά

Το αρβύλα είναι η μετάφραση του "glan" σε Ελληνικά.

glan Noun noun masculine γραμματική

środ. młodz. wysoki sznurowany but na grubej podeszwie, wzorowany na obuwiu wojskowym, noszony przez subkultury młodzieżowe

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρβύλα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " glan " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "glan"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "glan" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη