Μετάφραση του "glin" σε Ελληνικά

Οι αλουμίνιο, αργίλιο, αργίλλιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "glin" σε Ελληνικά.

glin noun masculine γραμματική

chem. pierwiastek chemiczny o symbolu Al i liczbie atomowej 13; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλουμίνιο

    noun neuter

    chem. pierwiastek chemiczny o symbolu Al i liczbie atomowej 13; [..]

    Wszystkie leki zawierające magnez lub glin takie, jak leki zobojętniające sok żołądkowy

    Κάθε φάρμακο που περιέχει μαγνήσιο ή αλουμίνιο όπως είναι τα αντιόξινα για δυσπεψία, ή

  • αργίλιο

    noun neuter

    χημικό στοιχείο με σύμβολο Al και ατομικό αριθμό 13 [..]

    Pozytywny wynik testów na obecność glinu, potasu i siarczanu

    Θετικές δοκιμές για αργίλιο, για κάλιο και για θειικά

  • αργίλλιο

    Poważne przeciążenie glinem z powodu leczenia niewydolności nerek może zmniejszać skuteczność preparatu NeoRecormon

    Σοβαρή υπερφόρτωση με αργίλλιο λόγω της θεραπείας της νεφρικής ανεπάρκειας, μπορεί να περιορίσει την αποτελεσματικότητα του NeoRecormon

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " glin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "glin"

Φράσεις παρόμοιες με "glin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "glin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη