Μετάφραση του "globtroter" σε Ελληνικά

Το κοσμογυρισμένος είναι η μετάφραση του "globtroter" σε Ελληνικά.

globtroter Noun noun masculine γραμματική

książk. osoba dużo podróżująca, zwiedzająca wiele miejsc

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοσμογυρισμένος

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " globtroter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "globtroter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη