Μετάφραση του "gotowy" σε Ελληνικά

Οι έτοιμος, γρήγορος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gotowy" σε Ελληνικά.

gotowy adjective masculine γραμματική

skończony, wykonany [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • έτοιμος

    adjective masculine

    o żywności: wyprodukowany w fabryce i wymagający tylko podgrzania [..]

    Jeszcze nie jestem gotowy.

    Δεν είμαι ακόμα έτοιμος.

  • γρήγορος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gotowy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "gotowy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gotowy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη