Μετάφραση του "grizzly" σε Ελληνικά

Οι γκρίζλι, αρκούδα ursus horribilis, γκριζωπή αρκούδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grizzly" σε Ελληνικά.

grizzly noun masculine

zool. Ursus arctos horribilis Ord, duży drapieżny ssak występujący w Ameryce Północnej, podgatunek niedźwiedzia brunatnego;

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • γκρίζλι

    noun

    Jesteś człowiekiem, który spojrzał w oczy 350 kg grizzly.

    Εκείνος που μόλις αντιμετώπισε 295 κιλά Βορειοαμερικάνικης Γκρίζλι.

  • αρκούδα ursus horribilis

    noun
  • γκριζωπή αρκούδα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " grizzly " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "grizzly" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "grizzly" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη