Μετάφραση του "grog" σε Ελληνικά

Το ρούμι είναι η μετάφραση του "grog" σε Ελληνικά.

grog noun masculine

kulin. żegl. rum lub inny mocny trunek rozcieńczony gorącą wodą, czasami dodaje się również do niego sok z cytrusów, cynamon lub cukier;

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρούμι

    noun

    Janie, przynieś gorącego grogu.

    Τζένη, φέρε λίγο ζεστό ρούμι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " grog " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "grog" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη