Μετάφραση του "grono" σε Ελληνικά

Οι οργάνωση, παρέα, σταφύλι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grono" σε Ελληνικά.

grono noun neuter γραμματική

grupa ludzi połączonych jakimś wyróżnikiem, np. wspólnymi zainteresowaniami, przyjaźnią itp. [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • οργάνωση

    noun feminine
  • παρέα

    noun feminine

    Adwentyści spędzają też dużo czasu w swoim gronie.

    Οι Χιλιαστές επίσης κάνουν παρέα με άλλους Χιλιαστές.

  • σταφύλι

    noun neuter

    % vol. z win, które będą wymienione jako wyprodukowane z moszczu białych gron

    % vol. για οίνους, των οποίων ο κατάλογος πρόκειται να καταρτιστεί, οι οποίοι παρασκευάζονται από γλεύκος λευκών σταφυλιών

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " grono " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "grono"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "grono" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη