Μετάφραση του "gwint" σε Ελληνικά

Οι σπείρωμα, πάσο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gwint" σε Ελληνικά.

gwint noun masculine γραμματική

techn. wyżłobienie w kształcie spirali na bocznej ściance śruby, wkrętu, żarówki itp. lub wewnętrznej ściance nakrętek [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • σπείρωμα

    noun neuter

    Wkręty to elementy złączne posiadające gwint zewnętrzny na trzpieniu.

    Οι κοχλίες είναι προϊόντα σύνδεσης με εξωτερικό σπείρωμα στο στέλεχος.

  • πάσο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gwint " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "gwint"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gwint" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη