Μετάφραση του "halucynacja" σε Ελληνικά
Οι παραίσθηση, αυταπάτη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "halucynacja" σε Ελληνικά.
halucynacja
Noun
noun
feminine
γραμματική
psych. odbierane zmysłami wrażenie czegoś, co nie istnieje, z przekonaniem, że jest rzeczywiste; [..]
-
παραίσθηση
noun feminineodbierane zmysłami wrażenie czegoś, co nie istnieje, z przekonaniem, że jest rzeczywiste;
Ta kobieta była halucynacją stworzoną przez interfejs neurogeniczny.
Η γυναίκα ήταν μια παραίσθηση που δημιουργήθηκε από την διεπαφή του εγκαταλειμμένου σκάφους.
-
αυταπάτη
noun feminineMasz halucynacje z przemęczenia.
Αυτό είναι μια αυταπάτη... μια ψευδαίσθηση, είναι η κούραση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " halucynacja " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη