Μετάφραση του "hamulec" σε Ελληνικά

Οι φρένο, τροχοπέδη, πέδη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hamulec" σε Ελληνικά.

hamulec noun masculine γραμματική

techn. urządzenie do zmniejszania prędkości pojazdu lub maszyny; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • φρένο

    noun neuter

    techn. urządzenie do zmniejszania prędkości pojazdu lub maszyny; [..]

    Nie, jedynie depnąłem po hamulcach, aby cię nie przejechać.

    Οχι, εγώ απλά πάτησα φρένο έγκαιρα και δεν σε πάτησα.

  • τροχοπέδη

    noun feminine

    Brak konwergencji regulacyjnej na poziomie międzynarodowym stanowi poważny hamulec dla handlu międzynarodowego.

    Η έλλειψη κανονιστικής σύγκλισης σε διεθνές επίπεδο αποτελεί σημαντική τροχοπέδη στο διεθνές εμπόριο.

  • πέδη

    noun

    Minimalna skuteczność hamulca postojowego musi być oznaczona na urządzeniu.

    Οι ελάχιστες επιδόσεις της πέδης στάθμευσης επισημαίνονται επί της μονάδας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hamulec " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Hamulec
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • φρένο

    noun

    Hamulec postojowy pojazdu zwalnia się, a dzwignię zmiany biegów ustawia się w pozycji neutralnej.

    Το φρένο σταθμεύσεως πρέπει να είναι ελεύθερο και το κιβώτιο ταχυτήτων πρέπει να είναι στο νεκρό σημείο.

Εικόνες με "hamulec"

Φράσεις παρόμοιες με "hamulec" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hamulec" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη