Μετάφραση του "handel" σε Ελληνικά
Οι εμπόριο, Εμπόριο, απασχόληση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "handel" σε Ελληνικά.
proces gospodarczy polegający na sprzedaży i kupnie; wymiana dóbr materialnych; [..]
-
εμπόριο
noun neuterzorganizowana wymiana dóbr, obrót towarów polegający na kupnie-sprzedaży, prowadzony na obszarze celnym danego państwa lub w relacji z innymi państwami [..]
W związku z tym paszporty powinno się wydawać wyłącznie dla zwierząt przeznaczonych do handlu wewnątrz Unii.
Συνεπώς, διαβατήρια θα πρέπει να εκδίδονται μόνο για ζώα που προορίζονται για εμπόριο εντός της Ένωσης.
-
Εμπόριο
W związku z tym paszporty powinno się wydawać wyłącznie dla zwierząt przeznaczonych do handlu wewnątrz Unii.
Συνεπώς, διαβατήρια θα πρέπει να εκδίδονται μόνο για ζώα που προορίζονται για εμπόριο εντός της Ένωσης.
-
απασχόληση
noun feminine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εμπορεύομαι
- εμπορική δραστηριότητα
- επάγγελμα
- επιτήδευμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " handel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "handel"
Φράσεις παρόμοιες με "handel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δουλεμπόριο · λαθρεμπόριο προσώπων
-
εξειδίκευση των συναλλαγών
-
σχέση γεωργίας-εμπορίου
-
απελευθέρωση των συναλλαγών
-
διαπραγματεύσιμη άδεια
-
ανεξάρτητο εμπόριο
-
εμπόριο όπλων
-
ολοκληρωμένο εμπόριο