Μετάφραση του "handlowiec" σε Ελληνικά
Το έμπορος είναι η μετάφραση του "handlowiec" σε Ελληνικά.
handlowiec
noun
masculine
γραμματική
hand. człowiek zajmujący się handlem [..]
-
έμπορος
noun masculineGdy handlowiec nie może dłużej gwarantować spełnienia warunków posiadania otrzymanego zezwolenia, państwo członkowskie cofa je.
Όταν ένας εγκεκριμένος έμπορος δεν τηρεί πλέον τις απαιτήσεις της έγκρισης, το κράτος μέλος ανακαλεί την άδειά του.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " handlowiec " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "handlowiec" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συνεργαζόμενο εμπόριο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη