Μετάφραση του "hipokryta" σε Ελληνικά

Οι υποκριτής, υποκρίτρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hipokryta" σε Ελληνικά.

hipokryta Noun noun masculine γραμματική

osoba dwulicowa, obłudna, nieszczera, fałszywa [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • υποκριτής

    noun masculine

    που συμπεριφέρεται με υποκρισία

    Nie chcę żeby Henry skakał i gadał, że jestem hipokrytą.

    Δε θέλω να κυκλοφορεί ο Χένρι, νομίζοντας ότι είμαι κανένας υποκριτής.

  • υποκρίτρια

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hipokryta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hipokryta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη