Μετάφραση του "idol" σε Ελληνικά

Οι είδωλο, ίνδαλμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "idol" σε Ελληνικά.

idol noun masculine γραμματική

osoba, którą się podziwia [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • είδωλο

    noun neuter

    figura bóstwa [..]

    Wpadłem na pewien pomysł dzięki mojemu największemu idolowi.

    Πήρα την ιδέα από το μεγαλύτερο είδωλο μου.

  • ίνδαλμα

    noun neuter

    Jestem tu z legendą i jednym z moich osobistych idoli,

    Είμαι εδώ με έναν θρύλο και προσωπικό μου ίνδαλμα...

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " idol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "idol"

Φράσεις παρόμοιες με "idol" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "idol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη