Μετάφραση του "ikona" σε Ελληνικά

Οι εικόνα, εικονίδιο, είδωλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ikona" σε Ελληνικά.

ikona noun feminine γραμματική

szt. rel. obraz sakralny, malowany na drewnie, wyobrażający postacie świętych, sceny z ich życia, sceny biblijne lub liturgiczno-symboliczne; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • εικόνα

    noun feminine

    rel. obraz sakralny, malowany na drewnie, wyobrażający postacie świętych, sceny z ich życia, sceny biblijne lub liturgiczno-symboliczne; [..]

    Mario, noszę Twoją ikonę i myślę o Tobie codziennie.

    Μάρια, φορώ την εικόνα και σε σκέφτομαι καθημερινά, αγαπημένη μου αδελφή.

  • εικονίδιο

    noun neuter

    inform. niewielki obrazek widoczny na ekranie, symbolizujący określony plik, folder, aplikację lub program i stanowiący odsyłacz uruchamiający je; [..]

    dowiemy się, że jest to coś więcej z tego pociągu niż tylko ikona.

    θα ξέρουμε ότι εκείνο το τρένο ήταν κάτι παραπάνω από ένα εικονίδιο.

  • είδωλο

    noun neuter

    Jest ikoną bogactwa naszych czasów i jest oszustem.

    Είναι ένα είδωλο του πλούτου στην εποχή μας, και είναι ένας απατεώνας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εικόνισμα
    • ίνδαλμα
    • αναπαράσταση
    • απείκασμα
    • απεικόνιση
    • απεικόνισμα
    • ομοίωμα
    • παράσταση
    • Αγιογραφία
    • πρότυπο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ikona " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "ikona"

Φράσεις παρόμοιες με "ikona" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ikona" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη