Μετάφραση του "imbecyl" σε Ελληνικά
Οι βλάκας, ανόητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "imbecyl" σε Ελληνικά.
imbecyl
Noun
noun
masculine
γραμματική
med. ktoś z niedorozwojem umysłowym [..]
-
βλάκας
noun masculinemed. ktoś z niedorozwojem umysłowym [..]
Chcę ustalić czy mam do czynienia ze zlęknionym imbecylem, czy z kimś, kto chce oszczędzić na alimentach.
Προσπαθώ να αποφασίσω αν με παρεμποδίζει ένας φοβισμένος βλάκας ή κάποιος που θέλει να γλιτώσει τη διατροφή.
-
ανόητος
noun masculineMożesz mieć mnie za ignoranta, ale nie jestem imbecylem.
Μπορεί να νομίζεις ότι είμαι αδαής, Ντραμ, αλλά δεν είμαι ανόητος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " imbecyl " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη