Μετάφραση του "irygacja" σε Ελληνικά

Οι άρδευση, Άρδευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "irygacja" σε Ελληνικά.

irygacja noun feminine γραμματική

med. zabieg przeprowadzany w celach leczniczych lub higienicznych polegający na przepłukiwaniu jamy ciała (np. pochwy, odbytnicy, nosa) roztworem leku lub ciepłą wodą; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • άρδευση

    noun feminine

    roln. sztuczne nawadnianie pól;

    Woda to irygacja, a irygacja to uprawa ziemi.

    Τα πηγάδια σημαίνουν άρδευση, η άρδευση σημαίνει καλλιέργεια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " irygacja " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Irygacja
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Άρδευση

    Woda to irygacja, a irygacja to uprawa ziemi.

    Τα πηγάδια σημαίνουν άρδευση, η άρδευση σημαίνει καλλιέργεια.

Εικόνες με "irygacja"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "irygacja" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη