Μετάφραση του "jajnik" σε Ελληνικά

Οι ωοθήκη, Ωοθήκη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "jajnik" σε Ελληνικά.

jajnik noun masculine γραμματική

anat. żeński gruczoł płciowy;

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ωοθήκη

    noun feminine

    anat. anatomia część żeńskiego układu płciowego; [..]

    A ja stworzyłem gwiazdy, które stały się węglem w jajnikach twojej matki!

    Κι εγώ έφτιαξα τα αστέρια που έγιναν το καρμπόν στην ωοθήκη της μάνας σου!

  • Ωοθήκη

    gonada występująca u samic większości zwierząt

    Przeciwciało wytwarzane jest w komórkach ssaków (jajnika chomika chińskiego), hodowanych w postaci zawiesiny w pożywce

    Το αντίσωμα παράγεται σε καλλιέργεια εναιωρήματος κυττάρων θηλαστικού (Ωοθήκη Κινεζικού Κρικήτου) μέσα σε θρεπτικό περιβάλλον

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " jajnik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "jajnik" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "jajnik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη