Μετάφραση του "jedynak" σε Ελληνικά

Οι μοναχογιός, μοναχοπαίδι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "jedynak" σε Ελληνικά.

jedynak noun masculine γραμματική

osoba płci męskiej, która nie ma rodzeństwa; jedyny syn rodziny

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μοναχογιός

    noun masculine

    osoba płci męskiej, która nie ma rodzeństwa; jedyny syn rodziny [..]

    Matthew to mój jedynak, prawie zginął.

    Ο Μάθιου είναι ο μοναχογιός μου και παραλίγο να πεθάνει.

  • μοναχοπαίδι

    noun neuter

    Poza tym Jake jest przyzwyczajony do bycia jedynakiem.

    Εξάλλου ο Τζέικ έχει συνηθίσει να είναι μοναχοπαίδι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " jedynak " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Jedynak Proper noun noun masculine γραμματική

singiel pod czułą opieką stadła [..]

+ Προσθήκη

"Jedynak" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Jedynak στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "jedynak" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη