Μετάφραση του "kaligraf" σε Ελληνικά

Το καλλιγράφος είναι η μετάφραση του "kaligraf" σε Ελληνικά.

kaligraf noun masculine

ktoś, kto zajmuje się kaligrafią (mężczyzna lub kobieta) [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλλιγράφος

    noun

    l nie mniej zdolnym kaligrafem.

    Προφανώς και έξοχος καλλιγράφος επίσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kaligraf " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "kaligraf"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kaligraf" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη