Μετάφραση του "karat" σε Ελληνικά
Οι καράτι, Καράτι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "karat" σε Ελληνικά.
karat
noun
masculine
γραμματική
jubilerska jednostka masy równa 0,2 g, stosowana do mierzenia masy kamieni szlachetnych i pereł; [..]
-
καράτι
noun neuterdawna miara zawartości złota w stopach (czyste złoto miało 24 karaty); [..]
Ja swój pierwszy karat dostałam dopiero za trzecim razem.
Εγώ το πρώτο μου καράτι το πήρα στον τρίτο μου γάμο!
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " karat " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Karat
-
Καράτι
μονάδα μάζας
Ja swój pierwszy karat dostałam dopiero za trzecim razem.
Εγώ το πρώτο μου καράτι το πήρα στον τρίτο μου γάμο!
Φράσεις παρόμοιες με "karat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καράτι
-
Γνωμοδότηση της ΕτΠ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη