Μετάφραση του "kerning" σε Ελληνικά

Το διαγραμμάτωση είναι η μετάφραση του "kerning" σε Ελληνικά.

kerning noun masculine γραμματική

typogr. regulowanie odległości pomiędzy konkretnymi parami znaków w danym kroju pisma i jego odmianie;

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαγραμμάτωση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kerning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "kerning"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kerning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη