Μετάφραση του "keyboard" σε Ελληνικά

Το πληκτρολόγιο είναι η μετάφραση του "keyboard" σε Ελληνικά.

keyboard Noun noun masculine γραμματική

muz. elektryczny lub elektroniczny instrument klawiszowy; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πληκτρολόγιο

    noun neuter

    Gram nuty na keyboardzie, a one się wpisują jako nuty w czasie rzeczywistym.

    Πάιζω νότες στο πληκτρολόγιο, και μετά απλώς τις συμπληρώνει σε ένα πεντάγραμμο σε πραγματικό χρόνο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " keyboard " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "keyboard"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "keyboard" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη