Μετάφραση του "kiep" σε Ελληνικά
Το ηλίθιος είναι η μετάφραση του "kiep" σε Ελληνικά.
kiep
noun
masculine
γραμματική
przest. ( obecnie gw. (Śląsk Cieszyński)) osoba głupia, nierozgarnięta; niedorajda, niezdara [..]
-
ηλίθιος
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kiep " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη