Μετάφραση του "kimograf" σε Ελληνικά
Οι κυματογράφος, κυμογράφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kimograf" σε Ελληνικά.
kimograf
noun
masculine
przyrząd służący do rejestrowania w postaci wykresu czynności narządów [..]
-
κυματογράφος
noun -
κυμογράφος
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kimograf " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη