Μετάφραση του "krach" σε Ελληνικά

Οι κραχ, πτώχευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "krach" σε Ελληνικά.

krach noun masculine γραμματική

ekon. bankructwo, upadek gospodarczy, załamanie ekonomiczne [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • κραχ

    noun neuter

    ekon. nagły, gwałtowny spadek kursu walut, akcji, obligacji lub innych aktywów; [..]

    Jednak finanse pana Khan bardzo ucierpiały po błyskawicznym krachu giełdy.

    Αν και, τα προσωπικά οικονομικά του κου Χαν έκαναν μεγάλη βουτιά στο κραχ του χρηματιστηρίου.

  • πτώχευση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " krach " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "krach" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "krach" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη