Μετάφραση του "kupiectwo" σε Ελληνικά

Οι πατρονάρισμα, συναλλαγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kupiectwo" σε Ελληνικά.

kupiectwo noun neuter

geszeft, działalność gospodarcza [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πατρονάρισμα

    noun neuter
  • συναλλαγή

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kupiectwo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kupiectwo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη