Μετάφραση του "kurator" σε Ελληνικά

Οι έφορος, έφορος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kurator" σε Ελληνικά.

kurator noun masculine γραμματική

praw. osoba wyznaczona przez sąd na przedstawiciela osoby, która nie może sama prowadzić swoich spraw; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • έφορος

    noun

    opiekun kolekcji w muzeum lub twórca wystawy w muzeum

    zajrzał do mnie Andrew Bolton, kurator z Instytutu Ubioru:

    ο έφορος κοστουμιών, Άντριου Μπόλτον, ήρθε να με δει,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kurator " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Kurator
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • έφορος

    noun

    Kurator z Whitney przyjrzał się obrazowi z terrarium.

    Ο έφορος στου Ουίτνυ είδε τον πίνακα που βρήκες στο τεράριουμ του πύθωνα.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kurator" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη