Μετάφραση του "kurort" σε Ελληνικά

Οι θέρετρο, πολυσύχναστο μέρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kurort" σε Ελληνικά.

kurort noun neuter masculine γραμματική

miejscowość wypoczynkowa [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • θέρετρο

    noun neuter

    Ale można wybudować niezły kurort na tej plaży.

    Αλλά μπορείς vα χτίσεις έvα απίστευτο τουριστικό θέρετρο.

  • πολυσύχναστο μέρος

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kurort " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "kurort" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ορεινό κέντρο αναψυχής (καταφύγιο)
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kurort" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη