Μετάφραση του "kursor" σε Ελληνικά

Οι δρομέας, κέρσορας, τρέχουσα ομάδα εγγραφών είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kursor" σε Ελληνικά.

kursor Noun noun masculine γραμματική

inform. wskaźnik na ekranie monitora komputerowego poruszający się wraz z ruchami myszy komputerowej; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • δρομέας

    masculine

    inform. informatyka wskaźnik na ekranie monitora komputerowego poruszający się wraz z ruchami myszy komputerowej; [..]

    Migający kursor to atrapa, którą umiejętnie podłożyłam w biurze Chapmana.

    Ενημερωτικά, ο δρομέας που αναβοσβήνει είναι μονάδα καθοδήγησης, που έντεχνα φύτεψα στο γραφείο του καθηγητή Τσάπμαν.

  • κέρσορας

    masculine

    inform. wskaźnik na ekranie monitora komputerowego wyznaczający miejsce wpisywania znaków z klawiatury [..]

  • τρέχουσα ομάδα εγγραφών

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kursor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "kursor"

Φράσεις παρόμοιες με "kursor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kursor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη