Μετάφραση του "kurtka" σε Ελληνικά

Οι μπουφάν, σακάκι, τζάκετ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kurtka" σε Ελληνικά.

kurtka noun feminine γραμματική

kraw. krótkie okrycie wierzchnie; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπουφάν

    noun neuter

    krótkie okrycie wierzchnie; [..]

    W kawiarence była kobieta w niebieskiej, skórzanej kurtce.

    Ήταν μια γυναίκα στην καφετέρια, φορούσε μπλε δερμάτινο μπουφάν.

  • σακάκι

    noun neuter

    Zanim opuściliśmy dom, ukrył coś pod swoją kurtką, ale postanowiłem nie zwracać na to zbyt dużej uwagi.

    Πριν φύγουμε, έκρυψε κάτι μέσα στο σακάκι του αλλά αποφάσισα να μη δώσω σημασία.

  • τζάκετ

    noun

    W tej zielonej kurtce łatwo cię pomylić ze śmietnikiem.

    Μεσα σαυτό το πράσινο τζάκετ, σε πέρασα για σκουπιδοτενεκέ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kurtka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Kurtka
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • jacket

Εικόνες με "kurtka"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kurtka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη