Μετάφραση του "logika" σε Ελληνικά

Οι λογική, νόηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "logika" σε Ελληνικά.

logika noun feminine γραμματική

nauk. dyscyplina naukowa zajmująca się regułami poprawnego myślenia i wnioskowania; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • λογική

    noun feminine

    poprawne, rzeczowe myślenie, oparte na związkach przyczynowo-skutkowych [..]

    Jest również niewiarygodne, jak bardzo ten film, podąża za logiką tworzenia pary.

    Και είναι απίστευτο το πόσο κι αυτή η ταινία ακολουθεί την λογική παραγωγής ενός ζευγαριού.

  • νόηση

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " logika " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "logika" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "logika" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη