Μετάφραση του "lotion" σε Ελληνικά

Οι λοσιόν, κρέμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lotion" σε Ελληνικά.

lotion noun masculine γραμματική

mleczko kosmetyczne;

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • λοσιόν

    noun neuter

    Niech włoży lotion do koszyka!

    Βάζει τη λοσιόν πίσω στο καλάθι...

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lotion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Lotion
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • κρέμα

    noun

Εικόνες με "lotion"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lotion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη