Μετάφραση του "lotny" σε Ελληνικά

Το πτητικός είναι η μετάφραση του "lotny" σε Ελληνικά.

lotny Adjective adjective γραμματική

fiz. występujący w postaci gazowej lub łatwo w nią przechodzący [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πτητικός

    adjective masculine

    Dla każdego produktu składający wniosek poda wskaźniki zawartości lotnych węglowodorów aromatycznych.

    Για όλα τα προϊόντα ο αιτών πρέπει να αναφέρει την περιεκτικότητα σε πτητικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lotny " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lotny" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lotny" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη