Μετάφραση του "młode" σε Ελληνικά

Το νέος είναι η μετάφραση του "młode" σε Ελληνικά.

młode noun adjective neuter γραμματική

zool. zwierzę, które jeszcze nie osiągnęło dojrzałości płciowej [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • νέος

    noun masculine

    Jak byłem młody, często grałem w tenisa.

    Έπαιζα συχνά τέννις όταν ήμουν ακόμα νέος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " młode " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "młode"

Φράσεις παρόμοιες με "młode" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "młode" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη