Μετάφραση του "młode" σε Ελληνικά
Το νέος είναι η μετάφραση του "młode" σε Ελληνικά.
młode
noun
adjective
neuter
γραμματική
zool. zwierzę, które jeszcze nie osiągnęło dojrzałości płciowej [..]
-
νέος
noun masculineJak byłem młody, często grałem w tenisa.
Έπαιζα συχνά τέννις όταν ήμουν ακόμα νέος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " młode " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "młode"
Φράσεις παρόμοιες με "młode" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Κύρος ο νεότερος
-
νεαρό άτομο · νεολαία
-
Η νύφη φορούσε μαύρα
-
Οι Μικροί Εξερευνητές
-
Λουδοβίκος Ζ’ της Γαλλίας
-
αποζημίωση εγκατάστασης γεωργών
-
Βοηθός ντετέκτιβ
-
Ερρίκος ο Νεώτερος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη