Μετάφραση του "majtki" σε Ελληνικά

Οι σώβρακο, κιλότα, παντελόνι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "majtki" σε Ελληνικά.

majtki noun γραμματική

kraw. dolna część bielizny okrywająca biodra; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • σώβρακο

    noun neuter

    Widziałem cię raz, gdy w majtkach robiłeś sobie kawę w jej kuchni.

    Τη μόνη φορά που συναντηθήκαμε, ήσουν στην κουζίνα της με το σώβρακο.

  • κιλότα

    noun feminine

    Na wszystko się zgodzę, kiedy babka ściągnie majtki.

    Κάνω τα πάντα όταν μια γυναίκα βγάζει την κιλότα της.

  • παντελόνι

    noun neuter

    A ja eksploduję, jeśli nie kupię sobie lepszych majtek modelujących.

    Κι αυτό το παντελόνι θα εκραγεί αν δεν βρω ένα καλύτερο λαστέξ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " majtki " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "majtki"

Φράσεις παρόμοιες με "majtki" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "majtki" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη