Μετάφραση του "make-up" σε Ελληνικά
Το μέικ απ είναι η μετάφραση του "make-up" σε Ελληνικά.
make-up
noun
masculine
γραμματική
kosmet. podkład pod makijaż
-
μέικ απ
neuterkosmet. podkład pod makijaż [..]
Lekcje jazdy konnej, najlepszy make-up, przesmaczne jedzenie kateringowe.
Μαθήματα ιππασίας, το καλύτερο μέικ απ, λαχταριστό στούντιο φαγητού.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " make-up " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη