Μετάφραση του "maksyma" σε Ελληνικά
Οι αξίωμα, γνωμικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "maksyma" σε Ελληνικά.
maksyma
Noun
noun
feminine
γραμματική
książk. myśl zwięźle wyrażona, zawierająca jakąś zasadę postępowania [..]
-
αξίωμα
adjective neuter17 – W tym kontekście przywołano także maksymę „kto może więcej, może i mniej”.
17 – Συναφώς, αναφέρθηκε και το αξίωμα «όταν επιτρέπεται το μείζον επιτρέπεται και το έλασσον».
-
γνωμικό
neuterTa maksyma odnosi się również do ostatniej reformy dla wspólnej organizacji rynku wina.
Το γνωμικό αυτό ισχύει επίσης και στην περίπτωση της τελευταίας αυτής μεταρρύθμισης της κοινής οργάνωσης της αμπελοοινικής αγοράς.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " maksyma " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "maksyma" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πατριάρχης Μάξιμος Ε ́
-
Μάξιμος ο Ομολογητής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη