Μετάφραση του "manicure" σε Ελληνικά

Το μανικιούρ είναι η μετάφραση του "manicure" σε Ελληνικά.

manicure noun masculine neuter γραμματική

pielęgnacja dłoni, paznokci u rąk;

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μανικιούρ

    neuter

    pielęgnacja dłoni, paznokci u rąk;

    Ruby powiedziała, że idzie zrobić manicure dziś popołudniu.

    Η Ruby είπε ότι θα έκανε μανικιούρ σήμερα το απόγευμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " manicure " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "manicure"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "manicure" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη