Μετάφραση του "marazm" σε Ελληνικά

Το μαρασμός είναι η μετάφραση του "marazm" σε Ελληνικά.

marazm noun masculine γραμματική

książk. stagnacja, zastój w jakiejś dziedzinie [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαρασμός

    Do najpoważniejszych form niedożywienia białkowo-energetycznego należą marazm i kwashiorkor albo połączenie obu tych chorób.

    Οι σοβαρότεροι τύποι υποσιτισμού σε πρωτεΐνες και ενέργεια είναι ο μαρασμός, το κβασιορκόρ και ένας συνδυασμός των δύο προηγούμενων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " marazm " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "marazm" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη