Μετάφραση του "marnowanie" σε Ελληνικά

Οι κατασπατάληση, σπατάλη, χαράμισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "marnowanie" σε Ελληνικά.

marnowanie noun neuter γραμματική

rzecz. rzeczownik odczas. odczasownikowy od → marnować [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατασπατάληση

    noun

    Digitalizacja, której nie towarzyszy właściwa strategia w zakresie konserwacji, może prowadzić do marnowania środków.

    Κατά συνέπεια, ψηφιακοποίηση χωρίς κατάλληλη στρατηγική διατήρησης μπορεί να σημαίνει κατασπατάληση της επένδυσης.

  • σπατάλη

    noun

    Należy położyć kres takiemu rażącemu marnowaniu unijnych pieniędzy.

    Αυτού του είδους η σκανδαλώδης σπατάλη κοινοτικών κονδυλίων πρέπει να σταματήσει.

  • χαράμισμα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " marnowanie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "marnowanie" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "marnowanie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη